νταβάς


νταβάς
(I)
ο
βλ. ταβάς.
————————
(II)
ο
δίκη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. dava «δίκη»].
————————
(III)
ο
βλ. νταβατζής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νταβάς — νταβάς, ο και ταβάς, ο (λ. τουρκ.), ρηχό και πλατύτερο από τη χύτρα μαγειρικό σκεύος από χαλκό ή πηλό, αλλ. μικρό ταψί: Σήμερα έχουμε φασόλια στον ταβά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νταβατζής — και νταβάς, ο (Μ νταβατζής και νταουτζής) νεοελλ. εραστής και εκμεταλλευτής ιεροδούλων, γυναικών που ασκούν την πορνεία μσν. (νομ.) ο ενάγων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. davaci «συνήγορος» < dava «δίκη»] …   Dictionary of Greek

  • ταβάς — και νταβάς, ο, Ν είδος αβαθούς και κυκλικού μαγειρικού σκεύους, ταψί, κατασκευασμένο συνήθως από σφυρηλατημένο χαλκό. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. tava] …   Dictionary of Greek

  • dava — davá s.f. (înv.) 1. reclamaţie, plângere. 2. femeie rea, cârcotaşă. Trimis de blaurb, 03.05.2006. Sursa: DAR  dáva ( ále), s.f. – Plîngere, jalbă, acuzaţie în faţa unui judecător. – Mr. dăvie. tc. dava (Şeineanu, III, 45), cf. ngr. νταβᾶς, alb …   Dicționar Român

  • tavă — TÁVĂ, tăvi, s.f. 1. Obiect plat de metal sau de lemn, având forme diferite şi marginile puţin ridicate, pe care se aduc la masă farfuriile, tacâmurile etc.; tabla. ♦ Vas de tablă sau de fier smălţuit, cu marginile ridicate, în care se coc la… …   Dicționar Român

  • ταβάς — ο πληθ. άδες, και νταβάς, ο (λ. τουρκ.), ταψί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.